Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Παραμύθι (Δίχως Τέλος) #1

  


Γλυκιά σαν Παραμύθι

Εδώ και πολύ καιρό γράφω ένα παραμύθι. Αποσπάσματά του έχουν διαβάσει λίγοι μόνο εδώ κι εκεί. Σήμερα ωστόσο αποφάσισα να δημοσιεύσω την εισαγωγή του και τούτο γιατί σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα για παραμύθια! Πριν κάποιες ώρες έφυγε από την ζωή μια γιαγιά που τα παραμύθια της και η ζεστασιά της έχουν γίνει στην συνείδησή μου προέκταση της δικής μου γιαγιάς, η οποία δυστυχώς έχει φύγει από χρόνια. 'Ισως είναι η μακρά φιλία που τις έδενε από παιδιά. Σε διπλανά σπίτια μεγαλωμένες και στην συνέχεια μαζί πάλι στην ίδια γειτονιά, νύφες πια σε καινούρια σπιτικά. Ίσως είναι οι ιστορίες και οι σκανδαλιές που μας έχουν διηγηθεί για τα παιδιά τους που με την σειρά τους μεγάλωσαν παρέα. Ίσως είμαστε κι εμείς τα εγγόνια τους που μεγαλώσαμε με τον ίδιο τρόπο και μοιραστήκαμε τις ζωές μας στην ίδια γειτονιά. Οι ζωές μας κι αν αλλάζουν, το κοινό αίσθημα παραμένει. Οι χαρές μας και οι λύπες μας έχουν κοινό παρονομαστή.

                                                                                 Εισαγωγή

Η πόρτα του χρόνου άνοιξε διάπλατα και μια γνωστή μορφή εμφανίστηκε μπροστά μου. «Πού ήσουν;» βιάστηκα να ξεφωνήσω. «Γιατί έφυγες και με άφησες; Κάτσε λίγο απέναντι μου να σε παρατηρήσω. Θέλω να φυλακίσω την μορφή σου. Αλήθεια…καθόλου δεν άλλαξες!» ήταν οι επόμενες λέξεις μου. Ποτέ δεν θα αλλάξεις, σκέφτηκα. Μια τρυφερή αγκαλιά θα’σαι πάντα. Ένα χάδι, ένα παραμύθι γλυκό, τα πρώτα μου παιχνίδια, το πρώτο μου καταφύγιο, μια σκιά που μου χαρίζει ασφάλεια μες στο σκοτάδι, μια προσευχή είσαι για μένα, γιαγιά! Με κοίταξες ίσια στα μάτια και άστραψες ένα υπέροχο χαμόγελο. Αισθάνθηκαπως δεν είχαμε πολύ χρόνο στην διάθεση μας. Ένας χείμαρρος από συναισθήματα και σκέψεις στριμωχτήκαν πρόχειρα στις επόμενες λέξεις: «Μου έχεις λείψει γιαγιά! Από τότε που έφυγες, η ζωή μου άλλαξε. Για κανέναν πια δεν είμαι παιδί» είπα με κάποιο παράπονο. «Ίσως και να’ναι έτσι. Κάτσε κάτω να στα πω! Έχω πράγματι μεγαλώσει από την μέρα που με άφησες. Ξέρεις κάτι όμως; Ακόμα με παραμύθια ζω. Ακόμα έχω την ανάγκη κάποιου να με επιβραβεύει στο σωστό και κυρίως να με υποστηρίζει όταν κάνω λάθος. Η αγάπη σου γιαγιά μου, ήταν το πιο ωραίο κίνητρο. Είχα την δύναμη να διορθώνω τα λάθη μου γιατί είχα εσένα πάντα στο πλευρό μου. Αχ γιαγιά! Μου έχεις λείψει πολύ κι εσύ και τα παραμύθια σου» είπα με νοσταλγία και ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά πιο ήσυχα. Εσύ πάλι δεν μίλησες. Μόνο με κοίταξες τρυφερά και το χαμόγελο σου έγινε ακόμη πιο πλατύ και ζεστό. ‘Ήθελα τόσα πολλά να πω αλλά δεν ήθελα να σπαταλήσω άλλον πολύτιμο χρόνο. Ήσουν εκεί μπροστά μου και το μονό που είχε σημασία ήσουν εσύ. «Έλα, πες μου κι εσύ κάτι» σου ψιθύρισα σχεδόν. «’Ο,τι θες! Πες μου το πιο απίθανο κι εγώ θα το πιστέψω.»


-----------όπως πιθανόν υποψιάζεστε... το παραμύθι που ακολουθεί (και δεν θα παραθέσω εδώ) είναι δια στόματος μιας γιαγιάς γραμμένο με την δική μου φαντασία και τα προσωπικά μου ερεθίσματα--------------------------------------------


Γιαγιάδες όλου του κόσμου, 

Γ-ι-α-γ-ι-ο-ύ-λ-α Μου, 

ευλογία να έχετε!!