Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Το Κουτί της Πανδώρας

Ταξίδια στο απροσδιόριστο παρελθόν.
  Τότε που οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δημιουργούσαν με τη φαντασία τους χιλιάδες μύθους που περνούσαν από χείλη σε χείλη, από παππούδες και γιαγιάδες στα εγγόνια, σαν παραμύθια. Τους μύθους αυτούς οι ποιητές τους έκαναν ποιήματα, οι ζωγράφοι έργα ζωγραφικής και οι γλύπτες αγάλματα.

Ο μύθος
 "Ο Δίας μοίρασε χαρίσματα σε όλους τους Θεούς μα δε νοιάστηκε πολύ για τους ανθρώπους. Όμως ο Προμηθέας, γιος του τιτάνα Ιαπετού και της Κλυμένης, επειδή αγαπούσε και λυπόταν τους ανθρώπους, ανέβηκε στον Όλυμπο κι από το εργαστήρι του Ήφαιστου έκλεψε τη φωτιά, την έβαλε μέσα σ' ένα κούφιο καλάμι και την έδωσε στους ανθρώπους. Και τους έμαθε να λιώνουν τα μέταλλα και να φτιάχνουν εργαλεία. 
  Ο Δίας τότε θύμωσε πολύ. Πήγε τον Προμηθέα σ' ένα ψηλό βουνό, τον Καύκασο, και διέταξε να τον δέσουν πάνω σε έναν βράχο με χοντρές αλυσίδες που του έφτιαξε ο Ήφαιστος. Και κάθε μέρα έστειλε έναν αετό που του έτρωγε το συκώτι. Τριάντα χρόνια έμεινε δεμένος ο Προμηθέας στον Καύκασο, ώσπου κάποτε πέρασε από εκεί ο Ηρακλής και τον ελευθέρωσε. 
[(Απόσπασμα από το έργο του Αισχύλου  "Προμηθέας Δεσμώτης", όταν ο χορός ρωτά τον Προμηθέα ποιό ήταν το αμάρτημα για το οποίο τιμωρείται)
Προμηθέας: "έκανα τους θνητούς να πάψουν να προβλέπουν το θάνατό τους ως μοιραίο"
Χορός: "και τι φάρμακο βρήκες γι' αυτό;" 
Προμηθέας: "τους έδωσα τυφλές ελπίδες
Χορός: "σπουδαία λύση βρήκες"]

Αλλά ούτε οι άνθρωποι γλίτωσαν από το θυμό του Δία. Σκέφτηκε να τους στείλει συμφορές. Γι' αυτό διέταξε τον Ήφαιστο να φτιάξει μια γυναίκα από χώμα και νερό. Της έδωσε ζωή και όλοι οι θεοί της έδωσαν δώρα: η Αθηνά σοφία, η Αφροδίτη ομορφιά, ο Ερμής πονηριά κτλ. Την ονόμασαν Πανδώρα και ο Δίας την έστειλε στη γη, δίνοντάς της ένα πιθάρι, που εκεί μέσα είχε κλείσει όλες τις συμφορές. 
  Η Πανδώρα, αφού κατέβηκε στη γη, γεμάτη περιέργεια άνοιξε το πιθάρι. Χύθηκαν τότε έξω όλες οι συμφορές: το μίσος, η απάτη, ο πόλεμος, η πείνα, οι αρρώστιες. Στον πάτο όμως του πιθαριού ο Δίας είχε βάλει την Ελπίδα, που φώλιασε στις καρδιές των ανθρώπων, για να τους δίνει θάρρος και παρηγοριά να συνεχίζουν την ζωή τους." (΄όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Γ' Δημοτικού - σελ. 19)

  Το πιθάρι (ή "κουτί" όπως επικράτησε εξαιτίας παράφρασης του μύθου) συμβολίζεται ως "δώρο κακών προθέσεων" που αποσκοπεί στο να ξεχυθούν όλα τα δεινά στην ανθρωπότητα. Η ενέργεια του Δία -σύμφωνα με τον Ησίοδο- να κρατήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι, δεν είναι εύκολο να ερμηνευθεί.  
  • Αποτελεί άραγε μια ύστατη κίνηση καλής πρόθεσης; Οι άνθρωποι συχνά θεωρούν ότι η ελπίδα τους δίνει θάρρος και παρηγοριά να συνεχίζουν την ζωή τους.
  • Υπάρχουν όμως και κάποιες στιγμές που γίνονται δέσμιοι της ελπίδας και μοιάζουν ανίκανοι να δράσουν. Το αίσθημα του "μοιραίου" δυναμώνει και φαίνεται να τους υποτάσσει.  Το ερώτημα σε σχέση με την θεϊκή παρέμβαση αντιστρέφεται. Μήπως τελικά είναι ύστατη κίνηση αντεκδίκησης; Η ελπίδα τότε ξεπροβάλλει ως "ανάποδη χαρά", ως μια ψευδαίσθηση που αναστέλλει πιθανόν την κινητοποίηση και που δίχως αυτήν οι άνθρωποι θα ζούσαν πραγματικά ελεύθεροι να δράσουν, να αντιδράσουν και να εξελιχθούν
  [Σε άλλη εκδοχή του μύθου της Πανδώρας, το πιθάρι περιείχε τα δώρα του γάμου της και της είχε δοθεί η εντολή να μην το ανοίξει. Στην περίπτωση αυτή το άνοιγμα ή μη του πιθαριού παραπέμπει στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Το ερώτημα περί ελπίδας ωστόσο παραμένει αναπάντητο. Είναι άραγε συμφορά που πρέπει να σφραγιστεί ή θεϊκή φιλευσπλαχνία την ύστατη ώρα παράβασης του θεϊκού νόμου;]

Η απάντηση εξαρτάται από το αν θεωρεί κάποιος την Ελπίδα φυλακή ή διαφύλαξη της ψυχής.
............................................................................................................................................................

Ταξίδι στο ρευστό παρόν. 
  Τη στιγμή που ο μύθος ζωντανεύει. Η αφεντιά μου αναβιώνει -τρόπον τινά- το μύθο, τον παρατηρεί  και αμπελοφιλοσοφεί σε σχέση με τα δρώμενα.
  Το δικό μας "κουτί της Πανδώρας" το εμπιστεύομαι και σε σένα. Για Δεινά ή Δώρα που δεν αφορούν μόνο έναν, το βάρος των ευθυνών για τη φυλακή ή διαφύλαξη τους, είναι δίκαιο να μοιράζεται.  

                            




Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Κάποιος





Κάποιος ακούει μέσα μου κι ακούει ότι μ’ ακούει.
Με συναντάει το απόγευμα σε μια γωνιά του δρόμου,
μαντεύοντας ποιος θα ’ναι εκεί κι όσα θα μου συμβούνε.

Κάποιος που είναι μέσα μου χτίζει ένα σπιτάκι
και το γκρεμίζει γρήγορα πριν να το κατοικήσω.
Κάποιος που είναι πάντοτε μπροστά και δεν μ’ αφήνει
κλείνοντας και φράζοντας το δρόμο, να περάσω.

Κάποιος κινείται μέσα μου και ξεκινάει σαν τρένο
γεμάτος ανυπόμονους κι ωραίους ταξιδιώτες.
Κάποιος μου λέει πως είναι αργά και δεν θα ’ρθουνε εγκαίρως
να μας γλιτώσουν οι καλοί απ’ τις κακές διαθέσεις.

Κάποιος μου λέει, για στάσου, ένα λεπτό περίμενε.
Στάσου να δω ποιος είσαι εσύ, ποιος είναι αυτός, πού πάμε.
Μα ήταν άλλος από αυτόν που νόμιζα πως ήταν
και που ’ναι πάντα μακριά από εκείνο που είναι.

Κάποιος θυμάται μέσα μου έναν παλιό του φίλο.
Τότε που πέφταν κανονιές η μια πάνω στην άλλη.
Κάποιος μου λέει, δεν είμαι εγώ, που γράφω αυτή την ώρα
μα ένα χέρι ελαστικό που σπρώχνει το δικό μου.

Κάποιος μιλάει μέσα μου όταν μιλάω με κάποιον.
Και του εξηγεί πώς γίνεται το κάθετι στον κόσμο.
Πώς γίνεται το ανώμαλο απ’ το κανονικό.
Κι ο καπνός απ’ τη φωτιά πώς βγαίνει γαλανόλευκος.

Κι απ’ τη βροχή το σύννεφο πώς χαμηλώνει αθόρυβα.
Κι αδειάζοντας πώς πέθαινε επάνω από τα σπίτια.
Κι από την πόρτα του μυαλού μια σκέψη πώς μπαινόβγαινε
αλείβοντας τα λόγια της με της μιλιάς το μέλι.

Ένας σκορπιός τρυπήθηκε απ’ το κεντρί του μόνος του.
Κάποιο ρολόι αδέσποτο μπερδεύοντας τις ώρες,
χτυπούσε οκτώ στις έντεκα και δώδεκα στη μία.
Απάνω στο καμπαναριό ή μέσα στην καρδιά μου.

Ανοίξτε αμέσως για να μπει αυτός ο κάποιος – κάποιος.
Να μπει απ’ το παράθυρο όπως μια πεταλούδα
που με κοιτάει όταν κοιτώ μέσα στον εαυτό μου,
μες στο δικό μου πρόσωπο, το πρόσωπο ενός άλλου.

[Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα - 2 - Η ανισόρροπη Μούσα 1963-1965]

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Ενθάδε Κείται


Και μια φωνή μου ψιθυρίζει να’ ρθω εδώ να μείνω.
Στο κοιμητήριο των καλών προθέσεων,
στον τάφο μιας ωραίας ελπίδας
όπου θα καταθέσουνε στεφάνια οι ανθοδέσμες κι οι αυταπάτες.

Ενθάδε κείται η ιδέα που είχα για τον εαυτό μου.
Ολόκληρο ένα κεφάλαιο της ζωής μου είναι εδώ κλεισμένο.
Όταν όλα πήγαιναν καλά κι ήτανε όλα ρόδινα.
Μέσα στο βιβλίο που ήμουνα ο ίδιος, θύτης, θύμα κι αναγνώστης.

Αλλά δεν ήρθε εγκαίρως ο εαυτός μου στο μέρος το καθορισμένο.
Ίσως να σταμάτησε ένα ρολόι – κι ίσως αυτός που διάβαζε
να πήδηξε μια σελίδα απ’ το βιβλίο και να τ’ άφησε.
Ίσως ν’ άλλαξαν οι προφητείες και να σκοτείνιασαν οι οιωνοί.
  
Κι έμεινα με τη μετασχηματισμένη ιδέα του εαυτού μου.
Και τώρα ενθάδε κείται ο θυρωρός της σκέψης μου της κεντρικής.
Με τα’ αντικλείδι μου στου νου το χέρι ο κλέφτης
κι ο παλιατζής των αποφάσεων μου.
  
Ενθάδε κείται ωραία προκλητική η σελίδα.
Η χαμένη από τον εαυτό μου – αλλά κανείς δεν έμαθε
ποτέ το πώς και το γιατί να σκίστηκε από το βιβλίο.
Με τέτοιον τρόπο οριστικό και μυστηριώδη κι άγνωστο.

[Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα - 2 - Η ανισόρροπη Μούσα 1963-1965]



Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Το Ρολόι που Σταμάτησε στις Επτά


«Σ’ έναν από τους τοίχους του δωματίου μου κρέμεται ένα ωραίο παλιό ρολόι που δε δουλεύει πια. 
     Οι δείκτες του, σταματημένοι, δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: εφτά ακριβώς.
     Σχεδόν πάντα, το ρολόι είναι μόνο ένα άχρηστο διακοσμητικό πάνω σ’έναν ασπριδερό και άδειο τοίχο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στιγμές στη διάρκεια της μέρας, δύο φευγαλέες στιγμές, που το παλιό ρολόι μοιάζει να ανασταίνεται από τις στάχτες του σαν το φοίνικα.
     Όταν όλα τα ρολόγια της πόλης μέσα στην τρελή τους πορεία δείχνουν εφτά, όταν όλοι οι κούκοι και τα μηχανικά γκονγκ σημάνουν εφτά φορές, το παλιό ρολόι της κάμαράς μου δείχνει να παίρνει ζωή. Δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ, το ρολόι μου νιώθει σε απόλυτη αρμονία με το υπόλοιπο σύμπαν.
     Αν κάποιος κοίταζε το ρολόι εκείνες τις δύο στιγμές θα έλεγε ότι λειτουργεί στην εντέλεια… Μόλις, όμως, περάσει εκείνη η στιγμή, όταν όλα τα ρολόγια πάψουν να σημαίνουν και οι δείκτες τους συνεχίσουν το μονότονο δρόμο τους, το παλιό μου ρολόι χάνει το βηματισμό του και παραμένει πιστό σ’εκείνη την ώρα που κάποτε σταμάτησε.
     Εγώ αγαπώ αυτό το ρολόι. Κι όσο περισσότερο μιλώ γι’ αυτό, τόσο περισσότερο το αγαπώ. Γιατί νιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω.
     Είμαι κι εγώ σταματημένος σε μια στιγμή. Κι εγώ νιώθω καρφωμένος και ακίνητος. Κι εγώ είμαι, κατά κάποιον τρόπο, ένα άχρηστο διακοσμητικό σ’ έναν άδειο τοίχο.
     Όμως επίσης απολαμβάνω τις φευγαλέες στιγμές κατά τις οποίες, μυστηριωδώς, έρχεται η ώρα μου.
     Εκείνη την ώρα νιώθω ζωντανός. Όλα είναι ξεκάθαρα και ο κόσμος γίνεται υπέροχος. Μπορώ να δημιουργήσω, να ονειρευτώ, να πετάξω, να πω και να αισθανθώ περισσότερα πράγματα εκείνες τις στιγμές απ’ όσα όλον τον υπόλοιπο καιρό. Αυτές οι αρμονικές συγκυρίες επαναλαμβάνονται συχνά, σαν μια αναπόφευκτη αλληλουχία.
     Την πρώτη φορά που το ένιωσα προσπάθησα να γαντζωθώ σ’εκείνη τη στιγμή, νομίζοντας ότι θα μπορούσα να την κάνω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όπως στο φίλο μου, το ρολόι, έτσι κι εμένα μου ξεφέυγει ο χρόνος των άλλων.
     … Όταν περάσουν οι στιγμές αυτές, τα υπόλοιπα ρολόγια, που φωλιάζουν σε άλλους ανθρώπους, συνεχίζουν την πορεία τους, κι εγώ επιστρέφω στο ρουτινιάρικο στατικό μου θάνατο, στη δουλειά μου, στις συζητήσεις του καφενείου, στην ανία μου, που συνηθίζω να αποκαλώ ζωή.
     Ξέρω, όμως, ότι η ζωή είναι άλλο πράγμα.
     Ξέρω ότι η ζωή, η αληθινή, είναι το άθροισμα εκείνων των στιγμών που, μολονότι φευγαλέες, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε το συντονισμό μας με το σύμπαν.
     Σχεδόν όλος ο κόσμος νομίζει -ο δυστυχής- ότι ζει.
     Υπάρχουν μόνο στιγμές πληρότητας, και εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.
     Γι’ αυτό σ’ αγαπώ, παλιό μου ρολόι. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο.»

Aπόσπασμα από το βιβλίο «Να σου πω μια ιστορία» του Jorge Bucay (Eκδόσεις Opera, 2008 - μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος), βασισμένο στο διήγημα του Papini «The Clock Stood at Seven». (Tο διήγημα είναι ένας μονόλογος ενός ατόμου που γράφει μόνος του στο δωμάτιό του).
Ο Μπουκάι προσθέτει το παρακάτω σχόλιο:

"Ίσως όλοι να ζούμε σε αρμονία μονάχα για ορισμένες στιγμές. Ίσως, τώρα, σ' αυτό το παρόν, η ώρα της αληθινής ζωής να συμπίπτει με την δική σου ώρα. Αν είναι έτσι πράγματι, απόλαυσέ την...! Μπορεί να περάσει...υπερβολικά γρήγορα."

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Το Καφενείο των Ψυχών

Περνούσα απ' έξω όταν το μάτι μου έπεσε σε γνωστές φάτσες. Παρέες εδώ κι εκεί, πολλές εκ των οποίων αγαπημένες! Κάποιοι σηκώθηκαν να με υποδεχτούν σαν να ήρθα την κατάλληλη στιγμή που με περίμεναν. Κάποιοι άλλοι με κοίταξαν με ευχάριστη έκπληξη και μου έγνεψαν να σιμώσω. Άλλοι σήκωσαν το χέρι τους σχεδόν μηχανικά σε ένδειξη χαιρετισμού. Άλλοι πάλι -σε παρέες ή κατά μόνας- με βλέμμα κενό κοιτούσαν γύρω, χωρίς να γνωρίζω τι ακριβώς παρατηρούσαν ή σκέφτονταν. Τέλος, θαρρείς μέσα στην παραζάλη πως διέκρινα και κανά δυο βλέμματα ενοχλητικά σαν κουνούπια στραμμένα προς το μέρος μου.

Ξαφνιάστηκα. Μέχρι εκείνη την στιγμή ούτε που γνώριζα την ύπαρξη αυτού του ιδιότυπου καφενείου. Όλα όμως τούτα τα οικεία πρόσωπα που έβλεπα μπροστά μου, παρέσυραν γρήγορα τις σκέψεις μου περί της ύπαρξής του και με έσυραν στο εσωτερικό του. Έχοντας την αίσθηση ο,τι βρισκόμουν τυχαία σε ένα ραντεβού που δεν ήξερα ότι είχα δώσει, αποφάσισα να παραμείνω. Ωστόσο, προτίμησα να βολευτώ μοναχή μου σε ένα τραπεζάκι κάπου στην μέση του καφενείου των ψυχών και με την γνωστή νωθρότητα να απολαύσω το άρωμα και την γεύση του ελληνικού καφέ ανακατεμένα με το άρωμα και την γεύση των οικείων.

Δύο ρουφηξιές καφέ και ένα βλέμμα ηρεμίας. Όλοι τριγύρω είναι ίδιοι. Τέσσερις ρουφηξιές κι ένα βλέμμα εγρήγορσης. Όλοι τριγύρω διαφέρουν. Τραβάει τσιγάρο η υπόθεση. Καπνίζεις, δεν καπνίζεις, τραβάς μερικές τζούρες από το χαρμάνι των ψυχών. Κάμποσες ρουφηξιές καφέ μετά και κάμποσες τζούρες από το φτηνό χαρμάνι, σου φέρνουν πίσω τις σκέψεις περί υπάρξεως του καφενείου. Μα καλά, πώς δεν το είχες προσέξει ποτέ; Πώς δεν είχες ακούσει γι΄αυτό; Μια πιο προσεχτική ματιά σε φέρνει αντιμέτωπη με την πλήξη. Το καφενείο των ψυχών είναι βαρετό, αδιάφορο. Ίσως γι' αυτό δεν το είχες προσέξει ή ίσως να το είχες προσέξει αλλά γι' αυτό τον λόγο να το διέγραψε η μνήμη. Ποιος μπορεί να πει! Οι σκέψεις μετασχηματίζονται. Γίνονται σκέψεις περί της δικής σου υπάρξεως. Πόσο κοιμήθηκες και κατάφερες να δεις τούτο το όνειρο; Πότε έπαψαν να σε αφορούν οι άλλοι; Πότε ξεπέρασες τα ανθρώπινα μέτρα ή πότε σε ξεπέρασε η ζωή που κάνεις και πλέον -σχεδόν- αδιαφορείς;

Είσαι εσύ που πάντα έλεγες πως όλοι είναι μοναδικοί συμμέτοχοι σε ένα ενιαίο σύνολο;
Πού είναι η συμμετοχή σου τώρα;

Κάποιος απ' έξω ή από μέσα (δεν είσαι σίγουρη), σου μιλά! Είναι η ώρα να ξυπνήσεις. Κάνεις νόημα στον σερβιτόρο να πληρώσεις. Χαμογελάς και φεύγεις όπως ακριβώς ήρθες. Ξαφνιασμένη αλλά έτοιμη.



Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

τα 3 Μικρά Δέντρα


"Κάποτε στην κορφή ενός λόφου στέκονταν τρία μικρά δέντρα και ονειρεύονταν τι ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν. 
>Το πρώτο κοίταξε ψηλά τα αστέρια και είπε: «Θέλω να φυλάω ένα θησαυρό. Θέλω να είμαι καλυμμένο με χρυσάφι και γεμάτο πολύτιμους λίθους. Θα είμαι το πιο όμορφο θησαυροφυλάκιο στον κόσμο!»

>Το δεύτερο κοίταξε μακριά ένα μικρό ποταμάκι που αργοκυλούσε στο δρόμο του για τη θάλασσα. «Εγώ θέλω να ταξιδεύω τις μεγάλες θάλασσες και να μεταφέρω δυνατούς βασιλιάδες. Θα είμαι το πιο δυνατό καράβι στον κόσμο!»

>Το τρίτο δέντρο κοίταξε χαμηλά στη κοιλάδα από κάτω, όπου δραστήριοι άντρες και γυναίκες δούλευαν σε μια πόλη γεμάτη ζωντάνια. «Εγώ δε θέλω να αφήσω την κορφή του βουνού. Θέλω να γίνω τόσο ψηλό που, όταν σταματούν οι άνθρωποι για να με κοιτάξουν, θα σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό και θα σκέφτονται το Θεό. Θα είμαι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο.»
Τα χρόνια πέρασαν. Ήρθε η βροχή, βγήκε ο ήλιος και τα μικρά δέντρα ψήλωσαν. 

Μια μέρα τρεις ξυλοκόποι ανέβηκαν στο βουνό. 
>Ο πρώτος κοίταξε το πρώτο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι όμορφο. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», είπε, και με μια κίνηση του αστραφτερού τσεκουριού του το δέντρο έπεσε. «Τώρα θα με κάνουν ένα όμορφο μπαούλο και θα φυλάω θαυμάσιους θησαυρούς!», είπε το πρώτο δέντρο...

>Ο δεύτερο ξυλοκόπος κοίταξε το δεύτερο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι δυνατό. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», είπε, και με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε το δεύτερο δέντρο. «Τώρα θα ταξιδέψω τις μεγάλες θάλασσες!» σκέφτηκε εκείνο, «Θα γίνω δυνατό καράβι για δυνατούς βασιλιάδες!»...

>Το τρίτο δέντρο απογοητεύτηκε, όταν ο τελευταίος ξυλοκόπος κοίταξε κατά το μέρος του. Στεκόταν ευθύ και ψηλό και σημάδευε γενναία τον ουρανό. Ο ξυλοκόπος κοίταξε ψηλά και μουρμούρισε «Οποιοδήποτε δέντρο μου κάνει». Με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε και το τρίτο δέντρο...

>Το πρώτο δέντρο χάρηκε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στον ξυλουργό. Αλλά εκείνος το έκανε παχνί για τα ζώα. Το άλλοτε όμορφο δέντρο δεν καλύφθηκε με χρυσό ούτε με θησαυρό. Το επένδυσαν με πριονίδια και το γέμισαν σανό για να τρώνε τα πεινασμένα ζώα μέσα σε ένα στάβλο.

>Το δεύτερο δέντρο χαμογέλασε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στο ναυπηγείο, όμως κανένα δυνατό καράβι δε φτιάχτηκε εκείνη τη μέρα. Αντί γι' αυτό, το άλλοτε δυνατό δέντρο με το σφυρί και το πριόνι, έγινε μια βάρκα για ψάρεμα. Παραήταν μικρή και αδύναμη για να περάσει τους ωκεανούς ή ακόμα και ένα ποτάμι. Παρά μονάχα το πήγαν σε μια μικρή λίμνη.

>Το τρίτο δέντρο μπερδεύτηκε, όταν ο ξυλοκόπος το έκοψε σε δυνατά δοκάρια και το άφησε στο ξυλουργείο. «Τι έγινε;» αναρωτήθηκε το ψηλό αυτό δέντρο, «Αυτό που ήθελα πάντα ήταν να στέκομαι στην κορφή του βουνού και να δείχνω τον Θεό...».
Πολλές μέρες και νύχτες πέρασαν. Τα τρία δέντρα σχεδόν ξέχασαν τα όνειρά τους. 
Αλλά...

>Μια νύχτα, χρυσό φεγγαρόφως ξεχύθηκε πάνω στο πρώτο δέντρο καθώς μια νεαρή γυναίκα απόθεσε το νεογέννητο μωρό της μέσα στη φάτνη. «Μακάρι να μπορούσα να του φτιάξω μια κούνια», ψιθύρισε ο άντρας της. Η μητέρα έσφιξε το χέρι του και χαμογέλασε καθώς το φεγγαρόφωτο έλαμψε πάνω στο λείο και στιβαρό ξύλο. «Αυτή η φάτνη είναι όμορφη», είπε. Και ξαφνικά το πρώτο δέντρο κατάλαβε ότι κρατούσε τον μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου...
>Ένα βράδυ, ένας κουρασμένος ταξιδιώτης και οι φίλοι του μπήκαν σε μια παλιά ψαρόβαρκα. Ο ταξιδιώτης αποκοιμήθηκε, καθώς το δεύτερο δέντρο άνοιξε ήσυχα τα πανιά του μέσα στη λίμνη. Γρήγορα σηκώθηκε σφοδρή καταιγίδα γεμάτη κεραυνούς. Το μικρό δέντρο λύγισε απ' το φόβο. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να μεταφέρει τόσους πολλούς επιβάτες με ασφάλεια μες στον αέρα και τη βροχή. Ο κουρασμένος άντρας ξύπνησε. Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του και είπε: «Ησύχασε..!». Η καταιγίδα σταμάτησετόσο γρήγορα όσο είχε ξεκινήσει. Και ξαφνικά το δεύτερο δέντρο κατάλαβε ότι μετέφερε το βασιλιά του ουρανού και της γης...
>Μια Παρασκευή πρωί το τρίτο δέντρο ξαφνιάστηκε όταν τράβηξαν το δοκάρι του από τον ξεχασμένο σωρό με τα ξύλα. Δείλιασε καθώς το μετέφεραν μέσα από τους χλευασμούς του αγριεμένου πλήθους. Τρόμαξε, όταν οι στρατιώτες κάρφωσαν τα χέρια ενός άντρα πάνω του. Ένιωσε άσχημο, τραχύ και σκληρόκαρδο. Αλλά την Κυριακή το πρωί, όταν ανέτειλε ο ήλιος και η γη κάτω απ' το δέντρο άρχισε να τρέμει με χαρά, το τρίτο δέντρο ήξερε ότι η αγάπη του Θεού είχε αλλάξει τα πάντα. Είχε κάνει το τρίτο δέντρο δυνατό. Και κάθε φορά που οι άνθρωποι σκέφτονταν το τρίτο δέντρο, σκέφτονταν τον Θεό. Αυτό ήταν καλύτερο από το να είναι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο..."
Την ιστορία για τα 3 Μικρά Δέντρα μπορείτε να την βρείτε στο βιβλίο του Άκη Αγγελάκη, «Ιστορίες που δυναμώνουν την ψυχή» (Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, 2009) το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα 
ή να την ξαναδιαβάσετε στο βιβλίο «Η Ιστορία των Μικρών Δέντρων» της Angela Elwell Hunt (μεταφρασμένο από την Ελένη Λέκκου, Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, 2008)

Μπορείτε επίσης να την απολαύσετε με την μορφή βίντεο πατώντας εδώ
------------------------------------------------------------------------------------

Για όλα τα όνειρα που πιστεύουμε πως υπήρξαν μάταια υπάρχει ένα δυνατό 
"αλλά..."!
      Αλλά...δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πότε θα μας φανερωθεί!

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Ένα τρένο φεύγει-φεύγει





Ένα τρένο που πέρασε κι άφησε στις αποβάθρες μνήμες και δυο-τρία "μπαγκάζια" για σένα που από καιρό τερμάτισες το κοινό ταξίδι.
-------------------------------------------------------------------------------

Η ιδέα, σου είχε περάσει από το μυαλό την εποχή που ο οδηγός ήταν αδύναμος να οδηγήσει την αμαξοστοιχία. Άρχισες τότε να παρατηρείς προσεχτικότερα τους συνεπιβάτες σου. Εκείνοι της πρώτης σειράς σου φάνηκαν αρκετά θλιμμένοι. Κοίταξες και τους υπόλοιπους. Άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, σου φάνηκαν επίσης θλιμμένοι. Ένιωσες όμως πως η θλίψη τους δεν ήταν μόνο για τον οδηγό. Ήταν και για τους ίδιους. Θλίψη για λανθάνουσες πράξεις, θλίψεις και για παραλήψεις. Αυτή η στραμμένη προς τους εαυτούς τους θλίψη, εκείνη την ώρα τους γέμισε με αγωνία και ανασφάλεια. Ανήμποροι στην πλειοψηφία τους να διαχειριστούν τον φόβο, από θλιμμένοι σου φάνηκαν ...θλιβεροί! Για την ακρίβεια, πιο θλιβεροί από ποτέ! Όσο για το ταξίδι... από κοινό,  άρχισες να το νιώθεις μοναχικό! Δεν αποβιβάστηκες ωστόσο. Κυρίως προς χάρη του συνοδηγού που τόσα χρόνια σου είχε χαρίσει με την σειρά του όμορφες διαδρομές! Πώς να εγκαταλείψεις την αμαξοστοιχία με τα τόσο όμορφα πρωινά; Πώς να στερήσεις την παρηγοριά στον πονεμένο πλέον οδηγό; Την μόνη παρηγοριά να βλέπει τους επιβάτες να παραμένουν στις θέσεις τους δείχνοντάς του αγάπη! Με ανάμεικτα συναισθήματα παρέμεινες μέχρι την ώρα που κι ο συνοδηγός κουράστηκε και σταμάτησε το ταξίδι του. Τότε -και μόνο τότε- πήρες την μεγάλη απόφαση της αποβίβασης! Στην ίδια κιόλας στάση, κατέβηκες χωρίς τύψεις, χωρίς ενδοιασμούς που άφηνες πίσω τους χρόνιους συνεπιβάτες - συντρόφους! Όλα τα ταξίδια κάποτε τελειώνουν κι αυτό το τρένο είχε γεράσει πια. Στάθηκες στην αποβάθρα κι ευχήθηκες για όλους Καλό Ταξίδι στους νέους τους προορισμούς! Κοίταξες το τρένο να ξεμακραίνει και...

θαρρείς πως ο καθρέφτης της καρδιάς σου θόλωσε για μια στιγμή!