Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Κάθε Μέρα ο Ήλιος Βασιλεύει

Έχει ξημερώσει για τα καλά! Το ξυπνητήρι υπηρετώντας την χρόνια συνήθειά σου, επισημαίνει ότι συμπλήρωσες 8 ώρες ύπνου. Το κλείνεις και για λίγα λεπτά αναλογίζεσαι την ματαιότητα να το ενεργοποιείς (και μάλιστα με ακρίβεια οκτάωρου) Κάθε μέρα. Αποχωρίζεσαι το κρεβάτι όχι επειδή έχεις να κάνεις κάτι, αλλά από ανάγκη να ξεπιαστείς. Μηχανικά κάνεις τις όποιες απαραίτητες κινήσεις του πρωινού. Το νερό που ρίχνεις στο πρόσωπό σου δεν  το καθαρίζει, ούτε σε ξυπνά. Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και διακρίνεις θαμπάδα και κούραση. Μια ίδια μέρα με την χθεσινή και την προχθεσινή ξεκινά.  Φτιάχνεις καφέ και πάλι από συνήθεια -κι όχι γιατί έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα σε ενεργοποιήσει - και ακολουθείς τους γνώριμους μονότονους ρυθμούς. Ούτε οι μικρές εκπλήξεις κατά την διάρκεια της ημέρας σε ξαφνιάζουν πια! Μπορεί να μην τις γνωρίζεις αλλά έχεις σχεδόν την βεβαιότητα πως θα υπάρξουν. Οι ώρες περνούν και σε βρίσκουν χαράματα στο κρεβάτι να ρυθμίζεις με συνέπεια το ξυπνητήρι σου! Άλλη μια "Deja vu"-ημέρα τελείωσε!

 Deja vu, deja vu, deja vu! Η αίσθηση εκείνη ότι έχεις ξαναζήσει την ίδια κατάσταση. Με τι καρδιά θα σηκωθείς ξανά σε 8 ώρες;   
 "Ολόκληρη", απαντάς στον εαυτό σου! Σαν η μισή καρδιά σου να ξαναγέμισε από πείσμα και να έγινε ολόκληρη πάλι! Deja vu! "Η πρώτη μέρα της καινούριας μου ζωής είναι η αυριανή"! 

Το πιστό ξυπνητηράκι με την γνώριμη φωνούλα του σου λέει πως ο ήλιος βασιλεύει! Πριν καλά-καλά αφήσεις το κρεβάτι σου, παίρνεις στο τηλέφωνο κάποιον από τους φίλους σου -που δόξα τον Θεό είναι αρκετοί- να πιείτε παρέα καφεδάκι και να κανονίσετε πιθανότατα για αργότερα κάποια από τις γνώριμες συνήθειές σας που σου δίνουν χαρά. Σηκώνεσαι σβέλτα, ρίχνεις νεράκι στο πρόσωπό σου και χαμογελάς στο είδωλό σου! Μια ολοκαίνουρια Μέρα του Θεού σε περιμένει γεμάτη μικρά και μεγάλα μυστικά έτοιμα να σου αποκαλυφθούν και να σε κάνουν πιο συγκροτημένο και χαρούμενο άνθρωπο! Deja vu! 

Πότε έτσι, πότε αλλιώς...οι μέρες κι οι μήνες (για να μην πω τα χρόνια) κυλούν! Χωρίς μεγάλα κέρδη, χωρίς ιδιαίτερες απώλειες. Από την μια η στασιμότητα, από την άλλη το σθένος. Το σθένος!!! Αυτό που εξισορροπεί τις δυσκολίες μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή και η ζυγαριά να γύρει στις χαρές!!

Η πρώτη μέρα της καινούριας μου ζωής είναι αύριο!

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Παραμύθι (Δίχως Τέλος) #2


      Κάπως έτσι πρέπει να ήταν... Σαν σταχτοπούτα χωρίς το γοβάκι της ένοιωθε. Αχ! Ας έβρισκε κάποιος το "γοβάκι" της να την το φέρει πίσω! Όλες οι ελπίδες της είχαν κρεμαστεί τώρα σ' αυτό... “Τι θα γινόταν η σταχτοπούτα χωρίς αυτό το μοιραίο παπούτσι; Πώς θα την έβρισκε ο πρίγκιπας; Χωρίς αυτό η ζωή θα έσερνε τα βήματά της... σε δρόμους δύσκολους μάλλον. Δεν θα είχε ίσως όμορφη εξέλιξη  και ποτέ κανείς δεν θα έλεγε την ιστορία της, γιατί κι εκείνοι που την ήξεραν θα ήθελαν μάλλον να την ξεχάσουν." Ανατρίχιασε! Για πρώτη  φορά από την ώρα που χωρίστηκαν με τον Ηλία, ένοιωσε να φοβάται. "Αχ καλό μου γοβάκι" είπε δυνατά. "Κάνε να σε βρει ο πρίγκιπας". Άλλαξε την τροπή αυτής της θλιβερής ιστορίας".
   Η δική της ιστορία παρακαλούσε να αλλάξει. Το γαλάζιο μαντήλι, σημάδι από την δική της πορεία, παρακαλούσε να βρεθεί.     ----- απόσπασμα από το παραμύθι δίχως τέλος -----

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Το Κουτί της Πανδώρας

Ταξίδια στο απροσδιόριστο παρελθόν.
  Τότε που οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δημιουργούσαν με τη φαντασία τους χιλιάδες μύθους που περνούσαν από χείλη σε χείλη, από παππούδες και γιαγιάδες στα εγγόνια, σαν παραμύθια. Τους μύθους αυτούς οι ποιητές τους έκαναν ποιήματα, οι ζωγράφοι έργα ζωγραφικής και οι γλύπτες αγάλματα.

Ο μύθος
 "Ο Δίας μοίρασε χαρίσματα σε όλους τους Θεούς μα δε νοιάστηκε πολύ για τους ανθρώπους. Όμως ο Προμηθέας, γιος του τιτάνα Ιαπετού και της Κλυμένης, επειδή αγαπούσε και λυπόταν τους ανθρώπους, ανέβηκε στον Όλυμπο κι από το εργαστήρι του Ήφαιστου έκλεψε τη φωτιά, την έβαλε μέσα σ' ένα κούφιο καλάμι και την έδωσε στους ανθρώπους. Και τους έμαθε να λιώνουν τα μέταλλα και να φτιάχνουν εργαλεία. 
  Ο Δίας τότε θύμωσε πολύ. Πήγε τον Προμηθέα σ' ένα ψηλό βουνό, τον Καύκασο, και διέταξε να τον δέσουν πάνω σε έναν βράχο με χοντρές αλυσίδες που του έφτιαξε ο Ήφαιστος. Και κάθε μέρα έστειλε έναν αετό που του έτρωγε το συκώτι. Τριάντα χρόνια έμεινε δεμένος ο Προμηθέας στον Καύκασο, ώσπου κάποτε πέρασε από εκεί ο Ηρακλής και τον ελευθέρωσε. 
[(Απόσπασμα από το έργο του Αισχύλου  "Προμηθέας Δεσμώτης", όταν ο χορός ρωτά τον Προμηθέα ποιό ήταν το αμάρτημα για το οποίο τιμωρείται)
Προμηθέας: "έκανα τους θνητούς να πάψουν να προβλέπουν το θάνατό τους ως μοιραίο"
Χορός: "και τι φάρμακο βρήκες γι' αυτό;" 
Προμηθέας: "τους έδωσα τυφλές ελπίδες
Χορός: "σπουδαία λύση βρήκες"]

Αλλά ούτε οι άνθρωποι γλίτωσαν από το θυμό του Δία. Σκέφτηκε να τους στείλει συμφορές. Γι' αυτό διέταξε τον Ήφαιστο να φτιάξει μια γυναίκα από χώμα και νερό. Της έδωσε ζωή και όλοι οι θεοί της έδωσαν δώρα: η Αθηνά σοφία, η Αφροδίτη ομορφιά, ο Ερμής πονηριά κτλ. Την ονόμασαν Πανδώρα και ο Δίας την έστειλε στη γη, δίνοντάς της ένα πιθάρι, που εκεί μέσα είχε κλείσει όλες τις συμφορές. 
  Η Πανδώρα, αφού κατέβηκε στη γη, γεμάτη περιέργεια άνοιξε το πιθάρι. Χύθηκαν τότε έξω όλες οι συμφορές: το μίσος, η απάτη, ο πόλεμος, η πείνα, οι αρρώστιες. Στον πάτο όμως του πιθαριού ο Δίας είχε βάλει την Ελπίδα, που φώλιασε στις καρδιές των ανθρώπων, για να τους δίνει θάρρος και παρηγοριά να συνεχίζουν την ζωή τους." (΄όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Γ' Δημοτικού - σελ. 19)

  Το πιθάρι (ή "κουτί" όπως επικράτησε εξαιτίας παράφρασης του μύθου) συμβολίζεται ως "δώρο κακών προθέσεων" που αποσκοπεί στο να ξεχυθούν όλα τα δεινά στην ανθρωπότητα. Η ενέργεια του Δία -σύμφωνα με τον Ησίοδο- να κρατήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι, δεν είναι εύκολο να ερμηνευθεί.  
  • Αποτελεί άραγε μια ύστατη κίνηση καλής πρόθεσης; Οι άνθρωποι συχνά θεωρούν ότι η ελπίδα τους δίνει θάρρος και παρηγοριά να συνεχίζουν την ζωή τους.
  • Υπάρχουν όμως και κάποιες στιγμές που γίνονται δέσμιοι της ελπίδας και μοιάζουν ανίκανοι να δράσουν. Το αίσθημα του "μοιραίου" δυναμώνει και φαίνεται να τους υποτάσσει.  Το ερώτημα σε σχέση με την θεϊκή παρέμβαση αντιστρέφεται. Μήπως τελικά είναι ύστατη κίνηση αντεκδίκησης; Η ελπίδα τότε ξεπροβάλλει ως "ανάποδη χαρά", ως μια ψευδαίσθηση που αναστέλλει πιθανόν την κινητοποίηση και που δίχως αυτήν οι άνθρωποι θα ζούσαν πραγματικά ελεύθεροι να δράσουν, να αντιδράσουν και να εξελιχθούν
  [Σε άλλη εκδοχή του μύθου της Πανδώρας, το πιθάρι περιείχε τα δώρα του γάμου της και της είχε δοθεί η εντολή να μην το ανοίξει. Στην περίπτωση αυτή το άνοιγμα ή μη του πιθαριού παραπέμπει στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Το ερώτημα περί ελπίδας ωστόσο παραμένει αναπάντητο. Είναι άραγε συμφορά που πρέπει να σφραγιστεί ή θεϊκή φιλευσπλαχνία την ύστατη ώρα παράβασης του θεϊκού νόμου;]

Η απάντηση εξαρτάται από το αν θεωρεί κάποιος την Ελπίδα φυλακή ή διαφύλαξη της ψυχής.
............................................................................................................................................................

Ταξίδι στο ρευστό παρόν. 
  Τη στιγμή που ο μύθος ζωντανεύει. Η αφεντιά μου αναβιώνει -τρόπον τινά- το μύθο, τον παρατηρεί  και αμπελοφιλοσοφεί σε σχέση με τα δρώμενα.
  Το δικό μας "κουτί της Πανδώρας" το εμπιστεύομαι και σε σένα. Για Δεινά ή Δώρα που δεν αφορούν μόνο έναν, το βάρος των ευθυνών για τη φυλακή ή διαφύλαξη τους, είναι δίκαιο να μοιράζεται.  

                            




Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Κάποιος





Κάποιος ακούει μέσα μου κι ακούει ότι μ’ ακούει.
Με συναντάει το απόγευμα σε μια γωνιά του δρόμου,
μαντεύοντας ποιος θα ’ναι εκεί κι όσα θα μου συμβούνε.

Κάποιος που είναι μέσα μου χτίζει ένα σπιτάκι
και το γκρεμίζει γρήγορα πριν να το κατοικήσω.
Κάποιος που είναι πάντοτε μπροστά και δεν μ’ αφήνει
κλείνοντας και φράζοντας το δρόμο, να περάσω.

Κάποιος κινείται μέσα μου και ξεκινάει σαν τρένο
γεμάτος ανυπόμονους κι ωραίους ταξιδιώτες.
Κάποιος μου λέει πως είναι αργά και δεν θα ’ρθουνε εγκαίρως
να μας γλιτώσουν οι καλοί απ’ τις κακές διαθέσεις.

Κάποιος μου λέει, για στάσου, ένα λεπτό περίμενε.
Στάσου να δω ποιος είσαι εσύ, ποιος είναι αυτός, πού πάμε.
Μα ήταν άλλος από αυτόν που νόμιζα πως ήταν
και που ’ναι πάντα μακριά από εκείνο που είναι.

Κάποιος θυμάται μέσα μου έναν παλιό του φίλο.
Τότε που πέφταν κανονιές η μια πάνω στην άλλη.
Κάποιος μου λέει, δεν είμαι εγώ, που γράφω αυτή την ώρα
μα ένα χέρι ελαστικό που σπρώχνει το δικό μου.

Κάποιος μιλάει μέσα μου όταν μιλάω με κάποιον.
Και του εξηγεί πώς γίνεται το κάθετι στον κόσμο.
Πώς γίνεται το ανώμαλο απ’ το κανονικό.
Κι ο καπνός απ’ τη φωτιά πώς βγαίνει γαλανόλευκος.

Κι απ’ τη βροχή το σύννεφο πώς χαμηλώνει αθόρυβα.
Κι αδειάζοντας πώς πέθαινε επάνω από τα σπίτια.
Κι από την πόρτα του μυαλού μια σκέψη πώς μπαινόβγαινε
αλείβοντας τα λόγια της με της μιλιάς το μέλι.

Ένας σκορπιός τρυπήθηκε απ’ το κεντρί του μόνος του.
Κάποιο ρολόι αδέσποτο μπερδεύοντας τις ώρες,
χτυπούσε οκτώ στις έντεκα και δώδεκα στη μία.
Απάνω στο καμπαναριό ή μέσα στην καρδιά μου.

Ανοίξτε αμέσως για να μπει αυτός ο κάποιος – κάποιος.
Να μπει απ’ το παράθυρο όπως μια πεταλούδα
που με κοιτάει όταν κοιτώ μέσα στον εαυτό μου,
μες στο δικό μου πρόσωπο, το πρόσωπο ενός άλλου.

[Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα - 2 - Η ανισόρροπη Μούσα 1963-1965]

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Ενθάδε Κείται


Και μια φωνή μου ψιθυρίζει να’ ρθω εδώ να μείνω.
Στο κοιμητήριο των καλών προθέσεων,
στον τάφο μιας ωραίας ελπίδας
όπου θα καταθέσουνε στεφάνια οι ανθοδέσμες κι οι αυταπάτες.

Ενθάδε κείται η ιδέα που είχα για τον εαυτό μου.
Ολόκληρο ένα κεφάλαιο της ζωής μου είναι εδώ κλεισμένο.
Όταν όλα πήγαιναν καλά κι ήτανε όλα ρόδινα.
Μέσα στο βιβλίο που ήμουνα ο ίδιος, θύτης, θύμα κι αναγνώστης.

Αλλά δεν ήρθε εγκαίρως ο εαυτός μου στο μέρος το καθορισμένο.
Ίσως να σταμάτησε ένα ρολόι – κι ίσως αυτός που διάβαζε
να πήδηξε μια σελίδα απ’ το βιβλίο και να τ’ άφησε.
Ίσως ν’ άλλαξαν οι προφητείες και να σκοτείνιασαν οι οιωνοί.
  
Κι έμεινα με τη μετασχηματισμένη ιδέα του εαυτού μου.
Και τώρα ενθάδε κείται ο θυρωρός της σκέψης μου της κεντρικής.
Με τα’ αντικλείδι μου στου νου το χέρι ο κλέφτης
κι ο παλιατζής των αποφάσεων μου.
  
Ενθάδε κείται ωραία προκλητική η σελίδα.
Η χαμένη από τον εαυτό μου – αλλά κανείς δεν έμαθε
ποτέ το πώς και το γιατί να σκίστηκε από το βιβλίο.
Με τέτοιον τρόπο οριστικό και μυστηριώδη κι άγνωστο.

[Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα - 2 - Η ανισόρροπη Μούσα 1963-1965]



Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Το Ρολόι που Σταμάτησε στις Επτά


«Σ’ έναν από τους τοίχους του δωματίου μου κρέμεται ένα ωραίο παλιό ρολόι που δε δουλεύει πια. 
     Οι δείκτες του, σταματημένοι, δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: εφτά ακριβώς.
     Σχεδόν πάντα, το ρολόι είναι μόνο ένα άχρηστο διακοσμητικό πάνω σ’έναν ασπριδερό και άδειο τοίχο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στιγμές στη διάρκεια της μέρας, δύο φευγαλέες στιγμές, που το παλιό ρολόι μοιάζει να ανασταίνεται από τις στάχτες του σαν το φοίνικα.
     Όταν όλα τα ρολόγια της πόλης μέσα στην τρελή τους πορεία δείχνουν εφτά, όταν όλοι οι κούκοι και τα μηχανικά γκονγκ σημάνουν εφτά φορές, το παλιό ρολόι της κάμαράς μου δείχνει να παίρνει ζωή. Δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ, το ρολόι μου νιώθει σε απόλυτη αρμονία με το υπόλοιπο σύμπαν.
     Αν κάποιος κοίταζε το ρολόι εκείνες τις δύο στιγμές θα έλεγε ότι λειτουργεί στην εντέλεια… Μόλις, όμως, περάσει εκείνη η στιγμή, όταν όλα τα ρολόγια πάψουν να σημαίνουν και οι δείκτες τους συνεχίσουν το μονότονο δρόμο τους, το παλιό μου ρολόι χάνει το βηματισμό του και παραμένει πιστό σ’εκείνη την ώρα που κάποτε σταμάτησε.
     Εγώ αγαπώ αυτό το ρολόι. Κι όσο περισσότερο μιλώ γι’ αυτό, τόσο περισσότερο το αγαπώ. Γιατί νιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω.
     Είμαι κι εγώ σταματημένος σε μια στιγμή. Κι εγώ νιώθω καρφωμένος και ακίνητος. Κι εγώ είμαι, κατά κάποιον τρόπο, ένα άχρηστο διακοσμητικό σ’ έναν άδειο τοίχο.
     Όμως επίσης απολαμβάνω τις φευγαλέες στιγμές κατά τις οποίες, μυστηριωδώς, έρχεται η ώρα μου.
     Εκείνη την ώρα νιώθω ζωντανός. Όλα είναι ξεκάθαρα και ο κόσμος γίνεται υπέροχος. Μπορώ να δημιουργήσω, να ονειρευτώ, να πετάξω, να πω και να αισθανθώ περισσότερα πράγματα εκείνες τις στιγμές απ’ όσα όλον τον υπόλοιπο καιρό. Αυτές οι αρμονικές συγκυρίες επαναλαμβάνονται συχνά, σαν μια αναπόφευκτη αλληλουχία.
     Την πρώτη φορά που το ένιωσα προσπάθησα να γαντζωθώ σ’εκείνη τη στιγμή, νομίζοντας ότι θα μπορούσα να την κάνω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όπως στο φίλο μου, το ρολόι, έτσι κι εμένα μου ξεφέυγει ο χρόνος των άλλων.
     … Όταν περάσουν οι στιγμές αυτές, τα υπόλοιπα ρολόγια, που φωλιάζουν σε άλλους ανθρώπους, συνεχίζουν την πορεία τους, κι εγώ επιστρέφω στο ρουτινιάρικο στατικό μου θάνατο, στη δουλειά μου, στις συζητήσεις του καφενείου, στην ανία μου, που συνηθίζω να αποκαλώ ζωή.
     Ξέρω, όμως, ότι η ζωή είναι άλλο πράγμα.
     Ξέρω ότι η ζωή, η αληθινή, είναι το άθροισμα εκείνων των στιγμών που, μολονότι φευγαλέες, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε το συντονισμό μας με το σύμπαν.
     Σχεδόν όλος ο κόσμος νομίζει -ο δυστυχής- ότι ζει.
     Υπάρχουν μόνο στιγμές πληρότητας, και εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.
     Γι’ αυτό σ’ αγαπώ, παλιό μου ρολόι. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο.»

Aπόσπασμα από το βιβλίο «Να σου πω μια ιστορία» του Jorge Bucay (Eκδόσεις Opera, 2008 - μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος), βασισμένο στο διήγημα του Papini «The Clock Stood at Seven». (Tο διήγημα είναι ένας μονόλογος ενός ατόμου που γράφει μόνος του στο δωμάτιό του).
Ο Μπουκάι προσθέτει το παρακάτω σχόλιο:

"Ίσως όλοι να ζούμε σε αρμονία μονάχα για ορισμένες στιγμές. Ίσως, τώρα, σ' αυτό το παρόν, η ώρα της αληθινής ζωής να συμπίπτει με την δική σου ώρα. Αν είναι έτσι πράγματι, απόλαυσέ την...! Μπορεί να περάσει...υπερβολικά γρήγορα."

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Το Καφενείο των Ψυχών

Περνούσα απ' έξω όταν το μάτι μου έπεσε σε γνωστές φάτσες. Παρέες εδώ κι εκεί, πολλές εκ των οποίων αγαπημένες! Κάποιοι σηκώθηκαν να με υποδεχτούν σαν να ήρθα την κατάλληλη στιγμή που με περίμεναν. Κάποιοι άλλοι με κοίταξαν με ευχάριστη έκπληξη και μου έγνεψαν να σιμώσω. Άλλοι σήκωσαν το χέρι τους σχεδόν μηχανικά σε ένδειξη χαιρετισμού. Άλλοι πάλι -σε παρέες ή κατά μόνας- με βλέμμα κενό κοιτούσαν γύρω, χωρίς να γνωρίζω τι ακριβώς παρατηρούσαν ή σκέφτονταν. Τέλος, θαρρείς μέσα στην παραζάλη πως διέκρινα και κανά δυο βλέμματα ενοχλητικά σαν κουνούπια στραμμένα προς το μέρος μου.

Ξαφνιάστηκα. Μέχρι εκείνη την στιγμή ούτε που γνώριζα την ύπαρξη αυτού του ιδιότυπου καφενείου. Όλα όμως τούτα τα οικεία πρόσωπα που έβλεπα μπροστά μου, παρέσυραν γρήγορα τις σκέψεις μου περί της ύπαρξής του και με έσυραν στο εσωτερικό του. Έχοντας την αίσθηση ο,τι βρισκόμουν τυχαία σε ένα ραντεβού που δεν ήξερα ότι είχα δώσει, αποφάσισα να παραμείνω. Ωστόσο, προτίμησα να βολευτώ μοναχή μου σε ένα τραπεζάκι κάπου στην μέση του καφενείου των ψυχών και με την γνωστή νωθρότητα να απολαύσω το άρωμα και την γεύση του ελληνικού καφέ ανακατεμένα με το άρωμα και την γεύση των οικείων.

Δύο ρουφηξιές καφέ και ένα βλέμμα ηρεμίας. Όλοι τριγύρω είναι ίδιοι. Τέσσερις ρουφηξιές κι ένα βλέμμα εγρήγορσης. Όλοι τριγύρω διαφέρουν. Τραβάει τσιγάρο η υπόθεση. Καπνίζεις, δεν καπνίζεις, τραβάς μερικές τζούρες από το χαρμάνι των ψυχών. Κάμποσες ρουφηξιές καφέ μετά και κάμποσες τζούρες από το φτηνό χαρμάνι, σου φέρνουν πίσω τις σκέψεις περί υπάρξεως του καφενείου. Μα καλά, πώς δεν το είχες προσέξει ποτέ; Πώς δεν είχες ακούσει γι΄αυτό; Μια πιο προσεχτική ματιά σε φέρνει αντιμέτωπη με την πλήξη. Το καφενείο των ψυχών είναι βαρετό, αδιάφορο. Ίσως γι' αυτό δεν το είχες προσέξει ή ίσως να το είχες προσέξει αλλά γι' αυτό τον λόγο να το διέγραψε η μνήμη. Ποιος μπορεί να πει! Οι σκέψεις μετασχηματίζονται. Γίνονται σκέψεις περί της δικής σου υπάρξεως. Πόσο κοιμήθηκες και κατάφερες να δεις τούτο το όνειρο; Πότε έπαψαν να σε αφορούν οι άλλοι; Πότε ξεπέρασες τα ανθρώπινα μέτρα ή πότε σε ξεπέρασε η ζωή που κάνεις και πλέον -σχεδόν- αδιαφορείς;

Είσαι εσύ που πάντα έλεγες πως όλοι είναι μοναδικοί συμμέτοχοι σε ένα ενιαίο σύνολο;
Πού είναι η συμμετοχή σου τώρα;

Κάποιος απ' έξω ή από μέσα (δεν είσαι σίγουρη), σου μιλά! Είναι η ώρα να ξυπνήσεις. Κάνεις νόημα στον σερβιτόρο να πληρώσεις. Χαμογελάς και φεύγεις όπως ακριβώς ήρθες. Ξαφνιασμένη αλλά έτοιμη.